Η κατά κόσμον Elizabeth Cochran Seaman γεννήθηκε στις 5 Μαΐου 1964 στην Πενσυλβάνια όπου έζησε για αρκετά χρόνια μαζί με τα υπόλοιπα 14 της αδέρφια, από τους δύο γάμους του Ιρλανδικής καταγωγής πατέρας της. Το γεγονός ότι η Elizabeth δεν ήταν προορισμένη για να ζήσει μια φυσιολογική ζωή και να εξελιχθεί στην κλασσική νοικοκυρά της εποχής φάνηκε από πολύ νωρίς, όταν στα 1880 απάντησε με ψευδώνυμο στο άρθρο μιας τοπικής εφημερίδας που υπονοούσε ότι οι γυναίκες είναι καλές μόνο για να γεννάνε παιδιά και να κρατούν το νοικοκυριό. Γοητευμένος από το πάθος της γραφής της, ο συντάκτης της εφημερίδας “Pittsburgh Dispatch” της προσέφερε δουλειά στην εφημερίδα, την οποία και δέχτηκε. Με το ψευδώνυμο με το οποίο έμεινε και γνωστή στην ιστορία, “Nellie Bly”, ξεκίνησε να γράφει μια σειρά ερευνητικών άρθρων για τις ζωές των γυναικών που δούλευαν σε εργοστάσια. Για τον λόγο αυτό θεωρείται από πολλούς ως πρωτοπόρος της ερευνητικής δημοσιογραφίας στις ΗΠΑ.

Προκειμένου να κυνηγήσει μια καλύτερη τύχη, μετακομίζει το 1887 στην Νέα Υόρκη. Εκεί πιάνει δουλειά στην εφημερίδα του διάσημου Joseph Pulitzer, “New York World”, όπου αναλαμβάνει μια ριψοκίνδυνη αλλά άκρως ενδιαφέρουσα αποστολή: να προσποιηθεί ότι είναι παράφρων προκειμένου να ερευνήσει τις φήμες που έλεγαν για απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης Φρενοκομείο Θηλέων του Μπλάκγουελ. Έτσι και έγινε: αφού την εξέτασαν οι αρμόδιοι γιατροί την έστειλαν στο εν λόγω φρενοκομείο όπου βρέθηκε στην δυσάρεστη θέση να δει και να βιώσει την κακομεταχείριση που υφίσταντο οι γυναίκες εκεί μέσα. Το φαγητό ήταν ελάχιστο και κακό, το νερό βρώμικο, οι επικίνδυνοι ασθενείς δένονταν με σχοινιά ενώ οι μη επικίνδυνοι αναγκάζονταν να κάθονται ακούνητοι και αμίλητοι για πολλές ώρες σε ξύλινα παγκάκια μέσα στο κρύο. Οι νοσοκόμες ήταν αγενείς απέναντι στις ασθενείς και τις χτυπούσαν αν έφερναν αντίρρηση, ενώ ποντίκια και ακαθαρσίες γέμιζαν όλο τον χώρο του φρενοκομείου. Αφότου βγήκε από το άσυλο μετά από 10 μέρες, το ρεπορτάζ της με τίτλο “Ten days in a Mad-House”, το οποίο αργότερα έγινε και βιβλίο, προκάλεσε μεγάλη αίσθηση με αποτέλεσμα να αλλάξει το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των ασύλων.

Ούσα ανήσυχο πνεύμα, στις 14 Νοεμβρίου του 1889 ξεκίνησε από τη Νέα Υόρκη για να κάνει τον γύρο του κόσμου σε 80 μέρες, κουβαλώντας ελάχιστα υπάρχοντα μαζί της. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού της μάλιστα είχε την τύχη να γνωρίσει στην Γαλλία και τον ίδιο τον Ιούλιο Βερν. 72 μέρες μετά η Nellie Bly ήταν πίσω στην Νέα Υόρκη, γεμάτη εμπειρίες και έχοντας ολοκληρώσει τον γύρο του κόσμου, σαν ένας άλλος Φιλέας Φογκ. Το βιβλίο του Ιουλίου Βερν έπαιρνε σάρκα και οστά.

Portrait of Nellie Bly Sitting in Chair — Image by © Bettmann/CORBIS

Το 1895 παντρεύτηκε τον εκατομμυριούχο Robert Seaman, μετά τον θάνατο του οποίου ανέλαβε τα ηνία της βιομηχανίας του “Iron Clad Manufacturing Co.” . Για κάποιο καιρό αποτέλεσε μία από τις πρωταγωνίστριες βιομηχάνους στις Ηνωμένες πολιτείες, μετά όμως από την πτώχευση της επιχείρησης γύρισε ξανά στην δημοσιογραφία. Ακόμα κι έτσι όμως δεν έμελλε να είναι μια συνηθισμένη δημοσιογράφος, καθώς αφενός αποτέλεσε πολεμική ανταποκρίτρια για την Αμερική κατά την διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και αφετέρου κάλυψε την ιστορική πρώτη παρέλαση των σουφραζέτων, το 1913 στην Ουάσινγκτον. Η Bly έφυγε από πνευμονία το 1922 στην ηλικία των 57, αφήνοντας πίσω της μια τεράστια δημοσιογραφική κληρονομιά. Μπορεί κανείς να παρακολουθήσει για την ζωή της στην ταινία “10 Days in a Madhouse”, του Timothy Hines, όπως επίσης και στο όμορφο βίντεο που έφτιαξε η Google για την επέτειο των 151 χρόνων από την γέννηση της Nellie Bly.