Στις 15 Μαρτίου του 1933 γεννιέται στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης η Joan Ruth Bader, η δεύτερη κόρη ενός ζευγαριού Ρωσικής και Εβραϊκής καταγωγής, η οποία έμελλε να αλλάξει ονόματα πολλά, αλλά και τις ζωές πολλών γυναικών στην Αμερική και στον κόσμο, κάνοντας πράξη το όνειρο της να γίνει δικηγόρος. Ο κόσμος γύρω της λέει γελώντας « Γυναίκα δικηγόρος ; Μην λες ανοησίες! Οι δικηγόροι και οι δικαστές είναι πάντα άντρες.» Η Joan κοίταξε γύρω της και είδε ότι όντως έτσι ήταν, αλλά είπε στον εαυτό της « Δεν υπάρχει λόγος να μην αλλάξει αυτό ».

Αλλάζει όμως και η ζωή της όταν η μεγαλύτερη αδερφή της, που της έδωσε και το δεύτερο όνομα της «kiky» πεθαίνει όταν η Joan είναι ακόμα μωρό. Η μητέρα της αργότερα θέλοντας να της δώσει μια καλύτερη ευκαιρία στην ζωή, ασχολείται πολύ με την μόρφωσή της και την πρόοδό της στο σχολείο. Εκεί συνειδητοποιεί πως υπήρχαν πολλές άλλες συμμαθήτριές της κόρης της με το όνομα Joan, και έτσι τελικά αποφασίζει να την φωνάζει Ruth. Είναι δίπλα της και καμαρώνει για τις σχολικές επιδόσεις της μικρής Ruth, πλέον. Ευελπιστούσε, μάλιστα, ότι λόγω της εξυπνάδας της θα την καμάρωνε και καθηγήτρια Ιστορίας στο λύκειο, από το οποίο η Ruth αποφοιτά πράγματι πρώτη στην τάξη της, κάτι όμως που δεν πρόλαβε να δει η μητέρα της, η οποία πέθανε από καρκίνο μία μέρα πριν την αποφοίτηση της κόρης της, από το James Madison High School. Το νομικό πρόγραμμα του τελευταίου αφιέρωσε μία αίθουσα δικαστηρίου προς τιμήν της Ruth.

Η Ruth όμως δεν πτοείται και συνεχίζει την εκπαίδευση της, κάνοντας (εν μέρει) το όνειρο της μητέρας της πραγματικότητα, φοιτώντας και αποκτώντας Bachelor of Arts στο Cornell University, New York, όπου γνώρισε τον Martin D. Ginsburg, τον οποίο παντρεύεται και έτσι αποκτά το όνομα που την έκανε διάσημη. Το Ginsburg θα καθιερωθεί, χάριν στην Ruth, τόσο στις αίθουσες των δικαστηρίων ( Ginsburg precedent ) αλλά και σε ολόκληρη την «ποπ κουλτούρα»μέσω της «The Notorious R.B.G« σελίδας στο Tumblr, η οποία αργότερα εξελίχθηκε σε βιβλίο, το «The Notorious RBG: The Life and Times of Ruth Bader Ginsburg» , του ντοκιμαντέρ του CNN Films με τίτλο «RBG», των άπειρων memes, σχεδίων νυχιών, t-shirt, αναμνηστικών και ντυσιμάτων, των οποίων έχει αποτελέσει έμπνευση.

Και δικαιωματικά, καθώς φοιτά στη συνέχεια ( ενώ ήδη έχει αποκτήσει την κόρη της το 1955 και στηρίζει τον άντρα της ο οποίος έχει διαγνωστεί με καρκίνο) στην νομική του Harvard και του Columbia (πετυχαίνοντας να είναι η πρώτη γυναίκα που συμμετείχε και στα δύο καίρια law reviews των πανεπιστημίων αυτών). Συνεχίζει την ανοδική της ακαδημαϊκή πορεία και μετά από έρευνες στην διεθνή δικαιοδοσία στην Σουηδία ( όπου και μαθαίνει σουηδικά και εμπνέεται από την συμμετοχή των γυναικών στο επάγγελμα του νομικού ) γίνεται μία από τις λιγότερο από 20 καθηγήτριες νομικής στην Αμερική τότε (μόνιμη καθηγήτρια στο Rutgers School of Law).

Η προσπάθειά της για την προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών, όμως, δεν σταματά στις αίθουσες του πανεπιστημίου. Γίνεται μία από τους ιδρυτές του «Women’s Rights Law Reporter«, του πρώτου νομικού περιοδικού για τα δικαιώματα των γυναικών στην Αμερική και του «Women’s Rights Project» στην Αμερικάνικη Ένωση Προστασίας των Δικαιωμάτων του Πολίτη ( American Civil Liberties Union) , το οποίο αναλαμβάνει την υπεράσπιση πάνω από 300 υποθέσεων κατά των φυλετικών διακρίσεων. Σε 6 από αυτές αγορεύει η ίδια ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου των Η.Π.Α ( Supreme Court of Justice) κερδίζοντας τις 5 από αυτές, ενώ παράλληλα με έξυπνο τρόπο έχει καταφέρει να καταδείξει την επίπτωση των διακρίσεων με βάση το φύλο στις γυναίκες αλλά και στους άντρες, επιλέγοντας εσκεμμένα να εκπροσωπήσει κυρίως άντρες αιτούντες. Από την εμπειρία της ως δικηγόρος στο Supreme Court γνωστή έχει μείνει η ερώτηση που της τέθηκε στην τελευταία της υπόθεση από τον δικαστή William Rehnquist: « Θα συμβιβαζόσασταν αν βάζαμε το πρόσωπο της Susan B. Anthony πάνω στο χαρτονόμισμα του ενός δολαρίου;». Η Ginsburg δεν απάντησε ποτέ, αλλά αργότερα είπε πως σκέφτηκε να απαντήσει καταλλήλως ως εξής : «Δεν θα συμβιβαστούμε με σύμβολα για τα μάτια του κόσμου».

Έχοντας, λοιπόν, την σύνεση αυτή αλλά και την απαραίτητη οξυδέρκεια συνέχισε την καριέρα της και ακολούθησε το επάγγελμα που την καθιέρωσε σαν δημόσιο πρόσωπο, αυτό του δικαστή. Ξεκίνησε από το Ομοσπονδιακό Εφετείο της περιοχής της Κολούμπια ( United States Court of Appeals for the District of Columbia Circuit) για να προταθεί τελικά από τον τότε πρόεδρο Bill Clinton και να διοριστεί ως η δεύτερη γυναίκα στην θέση του δικαστή στο Ανώτατο Δικαστήριο ( Supreme Court Justice), ορκιζομένη στις 10 Αυγούστου 1993.

Αποτέλεσε την φωνή της λογικής του μέτρου, της μόνη γυναικεία φωνή μετά την συνταξιοδότηση της Sandra Day O’Connor έως και το 2009 και την φωνή της φιλελεύθερης μειοψηφίας, υπέρ της οποίας έγραψε και εκφώνησε από την έδρα έντονη κριτική και διαφωνία με την συντηρητική πλειοψηφία, για την οποία έγινε και διάσημη με το περίφημο σχόλιο της : «I dissent = Διαφωνώ».

Ακόμα όμως και αν μειοψηφούσε δεν άφησε την θέση της αυτή να την εμποδίσει να εκφραστεί ανοικτά και να υπερασπιστεί την ισότητα υπέρ των γυναικών, την ύπαρξη της μισθολογικής απόκλισης τους από τους άντρες (το λεγόμενο paygap) αλλά και την προάσπιση του δικαιώματος στην έκτρωση. Μάλιστα χάριν της μειοψηφούσας άποψής της στην υπόθεση της Lilly Ledbetter, σχετικά με τις διεκδικήσεις της λόγω μισθολογικής φυλετικής διάκρισης, με την οποία πρότεινε να διορθωθεί το καθεστώς με νόμο, ο επόμενος πρόεδρος των Η.Π.Α, Barack Obama, το 2008, κύρωσε με νόμο το «Lilly Ledbetter Fair Pay Act», κάνοντας πλέον πιο εύκολο στους εργαζομένους να κερδίσουν τέτοιες διεκδικήσεις.

Τέλος, όσο απίθανο και να μην ακουστεί, η Ginsburgέχει συμμετάσχει σε παραστάσεις στην όπερα (που αγαπά ιδιαίτερα) ως μη ομιλών βοηθητικός ρόλος, έχει γράψει βιβλίο, το «My Own Words«, που εκδόθηκε το 2016 και τάχθηκε ανοιχτά υπέρ του κινήματος #MeToo, κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης των γυναικών, μοιραζόμενη και την δική της προσωπική εμπειρία. Παρά τα 85 της έτη (και ότι έχει διαγνωστεί με καρκίνο στο πάγκρεας) γυμνάζεται τακτικώς και υπερήφανα δηλώνει ότι κάνει σχεδόν κάθε μέρα 20 push-ups. Έτσι, παρά τα αιτήματα για να αποσυρθεί από την θέση της, η ίδια επιθυμεί να παραμείνει και να συνεχίσει να υπηρετεί ( και ας είναι η γηραιότερη πλέον) από την έδρα του Supreme Court την δικαιοσύνη, με τον δικό της αξιοθαύμαστο και στιλιστικά ενδιαφέρον τρόπο, καθώς έχει γίνει γνωστή για τους περίτεχνους γιακάδες και τα δαντελένια κολάρα που φορά πάνω από την ρόμπα του δικαστή. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που οι επιστήμονες στο Cleveland Museum of Natural History έδωσαν το όνομά της σε ένα είδος εντόμου, το αλογάκι της Παναγίας με όνομα Ilomantis ginsburgae, μιας και ο λαιμός του μοιάζει με δαντελένιο γιακά, αλλά και επειδή είναι το πρώτο του είδους που ξεχωρίζεται λόγω των θηλυκών γεννητικών του οργάνων, προς τιμήν του αγώνα της υπέρ των γυναικείων δικαιωμάτων.

Και εδώ πραγματικά δεν θα μπορούσαν να ταιριάζουν περισσότερο τα λόγια της ίδιας της RBG: «Όταν με ρωτήσουν πότε θα υπάρχουν αρκετές γυναίκες στο Supreme Court θα τους πω ¨ Όταν θα είναι 9, τόσες όσες και οι θέσεις των δικαστών¨. Οι άνθρωποι σοκάρονται όταν το λέω αυτό, αλλά υπήρχαν γι πάρα πολύ καιρό 9 άντρες και κανείς δεν παραξενεύτηκε με αυτό ποτέ».