Σήμερα θα μιλήσουμε για μια γυναίκα που κατάφερε να μας βάλει μέσα στο μυαλό των αυτιστικών ανθρώπων (στο μυαλό της), και κατέδειξε ότι ο αυτισμός καθώς και κάθε άλλη “διαταραχή” είναι μια παραλλαγή της ανθρώπινης σκέψης, εξίσου εποικοδομητική.

Η Τεμπλ Γκραντίν, γεννήθηκε στην Βοστώνη των ΗΠΑ, το 1947. Σε ηλικία 2 ετών διαγνώστηκε με αυτισμό (Νευροαναπτυξιακή διαταραχή, που συνήθως εμφανίζεται στα 3 πρώτα χρόνια της ζωής του ανθρώπου και επηρεάζει την τυπική ανάπτυξη του εγκεφάλου- γνωστικές λειτουργίες, επικοινωνιακές και κοινωνικές δεξιότητες).Η Τέμπλ δεν ήταν σαν τ’ άλλα τα παιδιά. Δεν έπαιζε μαζί τους, δεν μιλούσε, ήταν πολύ απόμακρη με όλους, σε συγκεντρώσεις πάθαινε κρίσεις και έπεφτε κάτω φωνάζοντας, δεν ‘άντεχε’ ήχους και τις αγκαλιές.

Από έξι μηνών σφιγγόταν με όλη της τη δύναμη στην αγκαλιά της μητέρας της, αλλά δέκα μηνών ξεκίνησε να την γρατζουνά «σαν παγιδευμένο ζώο». Η φυσιολογική επαφή μαζί της ήταν αδύνατη. Στην ηλικία των δύο ετών θυμάται ότι τα αυτιά της λειτουργούσαν σαν μικρόφωνα, μεταφέροντας την κάθε λεπτομέρεια με την ένταση στο μέγιστο. Το ίδιο συνέβαινε με όλες τις αισθήσεις της. Κατακλυζόταν από ανυπόφορα (λόγω της έντασης) ερεθίσματα. Στα τρία της άρχισε να γίνεται καταστροφική και βίαιη. Χρησιμοποιούσε τα κόπρανα της αντί για πλαστελίνη και μετά πετούσε τα έργα της ολόγυρα στο δωμάτιο. Μασούσε τα κομμάτια του παζλ και έφτυνε το πολτοποιημένο χαρτόνι (ένας ευφάνταστος τρόπος για να «ενώσεις τα κομμάτια»). Έσπαγε ότι έβρισκε και ούρλιαζε διαρκώς.

Ταυτόχρονα είχε μια απέραντη δύναμη αυτοσυγκέντρωσης. Μπορούσε να παίζει με την άμμο (όχι φτιάχνοντας κάστρα, απλά βλέποντας «την να τρέχει από τα χέρια της») για ατελείωτες ώρες, χωρίς τίποτα να μπορεί να την αποσπάσει από το παιχνίδι της. Διαγνώστηκε ως αυτιστική και έγινε νύξη για την πιθανή αναγκαιότητα μιας δια βίου τοποθέτησης σε ίδρυμα.

Την έστειλαν σ’ ένα ειδικό νηπιαγωγείο, όπου έγινε απόπειρα λογοθεραπείας (η Τεμπλ δεν είχε μιλήσει ακόμα). Ο λογοθεραπευτής την ανέσυρε από την «άβυσσο» -όπως η ίδια χαρακτηριστικά αποκαλεί την άγλωση περίοδο.

Μέσα σε όλο αυτό, όμως, είχε και την τύχη να έχει την αποδοχή και την αμέριστη συμπαράσταση της μητέρας και της θείας της αλλά και του δασκάλου της. Και οι τρεις, όχι μόνον την αγάπησαν και την στήριζαν, αλλά είδαν ένα εξαιρετικά φωτεινό μυαλό, πίστεψαν στις δυνατότητές της και της έδωσαν κίνητρα να το αξιοποιήσει. Παρόλα αυτά όμως δεν θεραπεύτηκε. Η Τεμπλ θα παραμείνει αυτιστική σε ολόκληρη τη ζωή της. Αλλά,στα έξι της είχε πετύχει ένα σαφώς ικανοποιητικό επίπεδο γλώσσας.

Έτσι,άρχισε να έχει επαφή με τους άλλους και ειδικά με έναν ή δύο δασκάλους που ήταν σε θέση να εκτιμήσουν την ευφυΐα της, όντας ταυτόχρονα ικανοί να αντέξουν την απεραντολογία της, τις εμμονές της, τα ξεσπάσματα θυμού. Ως παιδί δεν μπόρεσε να αποκτήσει φίλους. Ενώ τη θαύμαζαν για την εξυπνάδα της, ποτέ δεν την έκαναν δεκτή ως μέλος της κοινότητας τους, αφού η Τεμπλ δεν μπορούσε να συμπεριφερθεί όπως και εκείνοι.

Στα δεκαπέντε της έφτιαξε τη «ζουληχτική» της μηχανή. Από μικρό κορίτσι, όπως κάθε παιδί, η Τεμπλ λαχταρούσε να την αγκαλιάσουν, αλλά ταυτόχρονα κάθε σωματική επαφή την τρομοκρατούσε. Όταν είδε ένα συσφιγκτικό αγωγό, που χρησιμοποιείται για την καθήλωση των βοοειδών, κατάλαβε ότι είχε βρει τη μαγική της μηχανή. Είχε την τύχη ο καθηγητής των φυσικών επιστημών να πάρει την εμμονή της στα σοβαρά. Αυτός της πρότεινε να την κατασκευάσει μόνη της και της έδωσε τα κατάλληλα βιβλία.

Ενώ δεν μπορούσε να κατανοήσει την κοινωνική γλώσσα –τους υπαινιγμούς, την ειρωνεία, τις μεταφορές, τα αστεία, τα θεωρούμενα ως δεδομένα- βρήκε στη γλώσσα της επιστήμης και της τεχνολογίας μια απέραντη ανακούφιση.

Οι πρώτες της κατασκευές ήταν χονδροειδείς, με ανωμαλίες και μηχανικά ελαττώματα, τελικά όμως κατάφερε να φτιάξει μια απολύτως άνετη μηχανή, ικανή να της παρέχει μια αγκαλιά, με οποιεσδήποτε παραμέτρους επιθυμούσε. Αυτή η μηχανή ήταν που την βοήθησε να περάσει από την εφηβεία και το πανεπιστήμιο αλώβητη (μαζί με μικρές δόσεις αντικαταθλιπτικών, τα οποία μόνη της αποφάσισε να παίρνει).

Σήμερα η «ζουληχτική» της μηχανή, με διάφορες τροποποιήσεις, αποτελεί αντικείμενο εκτεταμένων κλινικών δοκιμών. (Και η Τεμπλ είναι ο σημαντικότερος σχεδιαστής συμπιεστικών αγωγών για βοοειδή.)

Ενώ,σκεφτόταν πάντα με εικόνες, δεν είχε φανταστεί ότι θα μπορούσε να σχεδιάζει, μέχρι τα είκοσι οκτώ της, οπότε συνάντησε έναν σχεδιαστή και τον παρατήρησε να κάνει σχέδια. Δεν χρειάστηκε να ακολουθήσει μαθήματα. Πήγε και αγόρασε μολύβια και εργαλεία (ακριβώς τα ίδια με εκείνα που χρησιμοποιούσε ο σχεδιαστής) και –απλά- ξεκίνησε να σχεδιάζει. Κάθε σχέδιο, ακόμα και τα πιο εκλεπτυσμένα συστήματα, το σχεδιάζει (ολόκληρο και με κάθε λεπτομέρεια) στο μυαλό της.

Όταν το νοερό σχέδιο ολοκληρωθεί “παίζει μια προσομοίωση” -που σημαίνει ότι φαντάζεται ολόκληρη τη μονάδα σε λειτουργία. Έτσι εντοπίζει κάθε πρόβλημα, αν υπάρχει, και κάνει τις τροποποιήσεις -πάλι νοερά. Μόλις το νοερό σχέδιο είναι τελείως έτοιμο το σχεδιάζει και στο χαρτί. Στη φάση αυτή δεν χρειάζεται καμιά προσοχή, τα πάντα γίνονται μηχανικά.

Η Τεμπλ ήταν η πρώτη που επισήμανε πως υπάρχουν πολλοί μη-αυτιστικοί που έχουν την ικανότητα να “βλέπουν” όσα χρειάζεται να κάνουν, που ελέγχουν τα σχέδια τους και τις ιδέες τους με προσομοιώσεις

Έγινε καθηγήτρια ζωολογίας στο Πανεπιστημίο του Κολοράντο (ΗΠΑ), Σύμβουλος Βιομηχανικής Τεχνολογίας, Εφευρέτης (από μικρή είχε έντονη επαφή/επικοινωνία με τα ζώα, σχεδίασε τις ιδανικές εγκαταστάσεις πάχυνσης και σφαγής αγελάδων, ώστε τα ζώα να μην τρομάζουν και να μην υποφέρουν. «Εφόσον τα εκτρέφουμε για να τα καταναλώνουμε, οφείλουμε να τα σεβόμαστε», είναι η θεωρία της), είναι επίσης συγγραφέας βιβλίων που αφορούν στο επάγγελμά της αλλά και στην ψυχολογία των ανθρώπων με αυτισμό.

Έχει σπουδάσει ψυχολογία και έχει μελετήσει το θέμα του αυτισμού (τόσο σε επίπεδο ψυχονευρολογίας όσο και ψυχολογικής θεραπείας και εκπαίδευσης) και όλη αυτήν την γνώση την μεταφέρει στον κόσμο (διεθνώς), μέσω διαλέξεων και συνεντεύξεων, επαναπροσδιόρισε την αντίληψη της κοινωνίας για τις δυνατότητες των αυτιστικών, ώστε ο κόσμος να καταλάβει την αισθητηριακή ευαισθησία και τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται οι αυτιστικοί.

Πολύ σωστά έχει ειπωθεί γι αυτήν ότι «O αυτισμός της έδωσε ένα όραμα… κι εκείνη έδωσε στον αυτισμό φωνή».

Πολλές φορές έχει κάνει ομιλίες, μαζί με την μητέρα της, για την σημασία της αποδοχής του «αυτιστικού παιδιού» από την οικογένειά του καθώς και της πρώιμης παρέμβασης. Δηλαδή, το να στηριχτεί το παιδί (και η οικογένειά του), να αντιμετωπιστούν οι αδυναμίες του, αλλά κυρίως να εντοπιστούν και ενισχυθούν συγκεκριμένες ικανότητες που μπορεί να έχει.

Η Τεμπλ θεωρεί, ότι ο αυτισμός είναι μια παραλλαγή της τυπικής ανθρώπινης σκέψης, εξίσου σεβαστή και εποικοδομητική, λέγοντας ότι «Χωρίς αυτά τα γονίδια, της παράδοξης νοητικής λειτουργίας, το ανθρώπινο είδος ίσως και να μην είχε κατέβει ποτέ από τα δέντρα». Δεν έχει κάνει ποτέ ερωτική σχέση με κάποιον ούτε, όπως λέει η ίδια, έχει ερωτευτεί ποτέ. Το αίσθημα του έρωτα, για το οποίο ακούει συνεχώς, είναι κάτι που δεν μπορεί να καταλάβει.

“Και η αγάπη;…Τι σημαίνει: Να αγαπάς;” Την ρωτούν, σε μια συνέντευξη. “Να νοιάζεσαι για κάποιον άλλον…” απαντάει εκείνη. “Νομίζω ότι πρέπει να έχει μέσα του κάτι από ευγένεια και καλοσύνη.” Αλλά δεν είναι βέβαιη γι’ αυτή την τόσο δύσκολη έννοια.

Η Τεμπλ έχει συνείδηση ότι στερείται κάποια πολύ σημαντικά πράγματα, εξαιτίας της αυτιστικότητας της, αλλά χωρίς να αισθάνεται θλίψη γι’ αυτό. Απλώς το καταλαβαίνει.

Για παράδειγμα, ενώ έχει απόλυτο μουσικό αυτί η μουσική δεν καταφέρνει να τη συγκινήσει. Την βρίσκει ωραία, αλλά δεν της προκαλεί τίποτα βαθύ. “Το κύκλωμα των συγκινήσεων δεν είναι συνδεδεμένο, αυτό είναι το πρόβλημα”, λέει η ίδια. Για τον ίδιο λόγο δεν έχει αυτό που οι ψυχολόγοι ονομάζουν υποσυνείδητο. “Δεν υπάρχουν απωθημένα αρχεία στη μνήμη μου”, βεβαιώνει. “Εσείς, έχετε αρχεία που είναι μπλοκαρισμένα. Για μένα κανένα δεν είναι τόσο επώδυνο, ώστε να μπλοκάρεται.”

Δεν μπορεί να κατανοήσει την κοινωνική αλληλεπίδραση,έτσι δεν μπορεί να καταλάβει τα μυθιστορήματα και τα θεατρικά με τις πολύπλοκες και σύνθετες συγκινήσεις, αφού δεν μπορεί να συμπάσχει με τους χαρακτήρες ούτε να παρακολουθήσει το μπλεγμένο παιχνίδι, ανάμεσα σε κίνητρα και προθέσεις.

«Ποτέ δεν κατάλαβα τι σκοπούς είχαν, ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα», λέει.

Δυσκολεύεται να καταλάβει τους υπαινιγμούς και τα «παιχνίδια» που παίζουν οι άνθρωποι,«Τον περισσότερο καιρό, νιώθω σαν ένας ανθρωπολόγος από τον Άρη!» Αυτή η διαφορά λειτουργιών, ανάμεσα στους αυτιστικούς και τους μη αυτιστικούς, είναι μία από τις προτεραιότητες της. Θεωρεί ότι έχει δοθεί πολύ μεγάλη έμφαση στις αρνητικές πλευρές του αυτισμού και ανεπαρκής προσοχή ή σεβασμός, στις θετικές πλευρές. Πιστεύει ότι, παρά τα αναμφισβήτητα μεγάλα προβλήματά τους σε κάποιους τομείς, οι αυτιστικοί μπορούν να έχουν εξαιρετικές και κοινωνικά πολύτιμες δυνάμεις σε άλλους αρκεί να τους επιτραπεί να είναι ο εαυτός τους.

Από ανθρώπους που την έχουν γνωρίσει προσωπικά, η Τεμπλ περιγράφεται σαν ένα απέραντα ηθικό πλάσμα. Έχει μια παθιασμένη αίσθηση του σωστού και του λάθους και σήμερα πια… μπορεί (αντέχει) να αγκαλιάζει τους ανθρώπους. “Δεν θέλω οι σκέψεις μου να πεθάνουν μαζί μου”, λέει. “Θέλω να έχω κάνει κάτι. Δεν μ’ ενδιαφέρει η εξουσία, δεν θέλω να τσουβαλιάζω λεφτά… Θέλω να αφήσω κάτι πίσω μου, μια θετική συμβολή,να ξέρω πως η ζωή μου έχει νόημα.”

Μια ζωή γεμάτη προκλήσεις, δημιουργικότητα και ομορφιά!

Το 2010, η ζωή της γυρίστηκε σε ταινία, βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, με τον ομώνυμο τίτλο «Temple Grandin».