||Indira Gandhi,η γυναίκα της χιλιετηρίδας

Indira Gandhi,η γυναίκα της χιλιετηρίδας

Η Ίντιρα Γκάντι γεννήθηκε στις 19 Νοεμβρίου του 1917 με κληρονομία ένα όνομα βαρύ σαν ιστορία. Παρά την συνωνυμία, δεν είχε κάποια συγγένεια με τον Μαχάτμα Γκάντι.

Ήταν και είναι η πρώτη και η μόνη γυναίκα πρωθυπουργός στην ιστορία της Ινδίας.

Κόρη του τότε αρχηγού του ινδικού κινήματος ανεξαρτητοποίησης, Τζαουαχαρλάλ Νεχρού, μεγάλωσε μέσα σε ένα περιβάλλον που χαρακτηριζόταν από δυο πράγματα: τη διαρκή απουσία των γονέων της και τις ατέλειωτες πολιτικές συζητήσεις.

Ο πατέρας της, ως αρχηγός του κινήματος για την ανεξαρτησία της Ινδίας, έλειπε διαρκώς από την οικογενειακή εστία και η μητέρα της ήταν πολύ συχνά άρρωστη και ταξίδευε στην Ευρώπη για διάφορες θεραπείες.

Μόλις ενηλικιώθηκε, η Ίντιρα έφυγε για την Αγγλία και ξεκίνησε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Στο μεταξύ ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και διέφυγε στην Ινδία, χωρίς να πάρει πτυχίο. Όσο βρισκόταν στο εξωτερικό, είχε συναντηθεί ξανά με τον συμπατριώτη της Φερόζε Γκάντι. Είχε μεγαλώσει κι αυτός στην πόλη όπου είχε γεννηθεί η Ίντιρα και γνωρίζονταν από μικροί. Επιστρέφοντας στην Ινδία, το 1942, παντρεύτηκαν παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα της Ίντιρα.

Μόλις ο πατέρας της έγινε πρωθυπουργός το 1947, έγινε ανεπίσημα προσωπική του βοηθός του και πολύ γρήγορα έδειξε τις ικανότητές της και απέκτησε τις προσωπικές της διασυνδέσεις μέσα στην κυβέρνηση.

Έτσι, το 1964, μετά το θάνατο του πατέρα της, είχε ήδη γίνει μέλος της Άνω Βουλής, ενώ αμέσως μετά υπηρέτησε ως υπουργός Πληροφοριών και Τηλεόρασης.

Το 1966, σε ηλικία 49 ετών, ήταν ήδη πρωθυπουργός μιας χώρας με τεράστια πολιτιστική κληρονομιά, που μαστιζόταν από πολύ έντονα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα.

Μετά την πρώτη εκλογή της Ίντιρα Γκάντι στο υψηλότερο αξίωμα της Ινδίας, χαρακτηριστικά σεξιστικό ήταν το εξώφυλλο του περιοδικού TIME: «Η ταραγμένη Ινδία στα χέρια μιας Γυναίκας».

Διατέλεσε πρωθυπουργός της Ινδίας για τρείς συνεχόμενες θητείες από τον Ιανουάριο του 1966 έως τον Οκτώβριο του 1977 και από τον Ιανουάριο του 1980 έως τον Οκτώβριο του 1984 οπού κι δολοφονήθηκε.

Στην πρώτη της κυβερνητική θητεία, προσπάθησε να καταπολεμήσει τον υψηλό πληθωρισμό και την ανεργία και να τροποποιήσει τη διοίκηση σε περιοχές της χώρας όπου υπήρχαν θρησκευτικές εντάσεις. Επίσης, εισήγαγε στο Ινδικό Σύνταγμα τη διάταξη για την ίση αμοιβή στην εργασία, ανεξαρτήτως φύλου και ξεκίνησε έναν πολυετή «πόλεμο» με τους πλούσιους Ινδούς, πρώην τοπικούς μονάρχες.

Στη δεύτερη θητεία της κι αφού είχε σημειώσει αρκετές διεθνείς διπλωματικές και στρατιωτικές (απέναντι στο Πακιστάν) επιτυχίες, αποφάσισε να κυβερνήσει με πολύ πιο αποφασιστικό τρόπο, ακροβατώντας στα όρια του απολυταρχισμού.

Η αντιπολίτευση προσέφυγε στη δικαιοσύνη, προσπαθώντας να αποδείξει ότι η Γκάντι είχε παραβιάσει τους εκλογικούς νόμους, ώστε να εξασφαλίσει την επανεκλογή της.

Καταδικάστηκε, αλλά συνέχισε να υποστηρίζεται από το κόμμα της και – κυρίως – από τον ινδικό λαό.

Η καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου του Αλλαχαμπάντ στάθηκε η αφορμή για να εκδώσει ένα προεδρικό διάταγμα κήρυξης της χώρας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, λόγω «εσωτερικών αναταραχών» και έτσι να παραμείνει στην εξουσία για ακόμα δυο χρόνια, στη διάρκεια των οποίων προέβη αφενός σε μια μικρή αναδιανομή της γης σε φτωχούς Ινδούς κι αφετέρου στην εφαρμογή μέτρων εκτεταμένης λογοκρισίας και σχεδόν απόλυτου ελέγχου πάνω στα μέλη της κυβέρνησης.

Πρόκειται για την πιο σκοτεινή περίοδο διακυβέρνησής της, που έδωσε τη δυνατότητα στα μέλη της αντιπολίτευσης, μετά τις εκλογές του 1977, να την κατηγορήσουν για πληθώρα σκανδάλων και ποινικών αδικημάτων.

Το 1979 το κόμμα της διασπάστηκε και η ίδια συνελήφθη.

Φυσικά και δεν τα παράτησε. Το 1980 επέστρεψε δριμύτερη στο πρωθυπουργικό αξίωμα, έχοντας να αντιμετωπίσει την εξαγριωμένη αντιπολίτευση και τις διαρκώς αυξανόμενες τάσεις ανεξαρτητοποίησης επιμέρους περιοχών της Ινδίας. Το πρόβλημα της Γκάντι εστιαζόταν κυρίως στην επαρχία Παντζάμπι, έδρα της θρησκευτικής μειονότητας των Ινδών Σιχ, οι οποίοι ήθελαν να ανεξαρτητοποιηθούν από το ινδουιστικό κράτος.

Έθεσε σε εφαρμογή της επιχείρησης Γαλάζιο Αστέρι τον Ιούνιο του 1984 η οποία σήμανε την αρχή του τέλους για την Γκάντι.

Η ίδια διέταξε τον ινδικό στρατό να επανακαταλάβει το Χρυσό Τέμενος του Σιχισμού, που είχε πέσει από το 1982 στα χέρια των Σιχ. Η επιχείρηση είχε καταστροφικά αποτελέσματα. Σκοτώθηκαν σχεδόν 500 πολίτες και πάνω από 300 στρατιώτες. Ακολούθησαν χιλιάδες συλλήψεις, βασανιστήρια και διωγμοί των Σιχ.

Στις 31 Οκτωβρίου του 1984 στο τέλος μιας πολιτικής συγκέντρωσης δολοφονήθηκε από δυο σωματοφύλακές της που ήθελαν εκδίκηση για τη σφαγή των Σιχ στον Ιερό Ναό.

Η δολοφονία προκάλεσε σοκ σε μια χώρα που έψαχνε τον βηματισμό της μετά την ανεξαρτησία της και το τελευταίο που ήθελε να ζήσει ήταν μια εθνική τραγωδία.

Ήταν, βέβαια, εντυπωσιακή η ειλικρίνειά της. «Ο πατέρας μου ήταν κυβερνητικό στέλεχος και εγώ είμαι πολιτικός. Ο πατέρας μου ήταν ένας άγιος. Εγώ δεν είμαι αγία». Πράγματι, κάθε άλλο παρά αγία ήταν. Τόλμησε, όμως, να ανακατευτεί με την πολιτική σε μια εποχή που οι γυναίκες συνήθως εκ προοιμίου «δεν είχαν θέση» στον δημόσιο πολιτικό λόγο. Προσπάθησε να κάνει κάτι για να διευκολύνει τη ζωή των συμπατριωτών της, σε μια κρισιμότατη εποχή για τη χώρα.

Η αμφιλεγόμενη προσωπικότητα της Ίντιρα Γκάντι τής έδωσε από πολλούς ιστορικούς τον τίτλο της «Σιδηράς Κυρίας της Ινδίας». Το 1999 ψηφίστηκε σε δημοσκόπηση του BBC ως η σημαντικότερη γυναίκα της χιλιετηρίδας, ανάμεσα στην βασίλισσα Ελισάβετ Α’ της Αγγλίας, Μαρί Κιουρί και την μητέρα Τερέζα.

Το εντυπωσιακότερο όλων, όμως, σε σχέση με την ιδεολογία της, ήταν η κατάφωρη άρνηση του όρου «φεμινίστρια».

Μιλώντας το 1980 σε ένα κολλέγιο στο Νέο Δελχί, δήλωσε χαρακτηριστικά ότι δεν είναι φεμινίστρια και ότι δεν πιστεύει πως ένα άτομο θα πρέπει να τυγχάνει προνομιακής μεταχείρισης, απλά και μόνο επειδή ανήκει στο γυναικείο φύλο.

Ωστόσο, πάντοτε υποστήριζε ότι οι γυναίκες είναι η πιο καταπιεσμένη κοινωνική ομάδα ανά τον πλανήτη και ότι ειδικότερα οι Ινδές γεννιούνται ανήμπορες να καθορίσουν τη ζωή τους σε οποιοδήποτε επίπεδο.

Η χειραφέτηση που οραματιζόταν για τις συμπατριώτισσές της συνίστατο στη δυνατότητα να ζουν μια καλή ζωή, να μπορούν να γίνονται μητέρες και να συμβάλλουν με τη συμπεριφορά και τις επιλογές τους στο καλό της κοινότητάς τους και το καλό της χώρας.

Ίσως αυτή να είναι η πραγματική κληρονομιά της Ίντιρα Γκάντι: η προτροπή να παίρνεις πρωτοβουλίες, χωρίς να περιμένεις πρώτα τις αντιδράσεις των υπολοίπων.

Δεν ήταν αγία. Ήταν, όμως, πολύ πρακτικός άνθρωπος.

2017-07-23T20:30:54+00:0023/07/2017|Categories: Women's Success Stories|