Η Βέιλ ήταν μία γυναίκα σύμβολο ∙ νομικός, εξέχουσα πολιτικός, επιζήσασα του Ολοκαυτώματος, υπέρμαχος των γυναικείων δικαιωμάτων, της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και των ατομικών ελευθεριών. Μία μικρή ανασκόπηση στη ζωή και το έργο της αρκεί, για να καταλάβει κανείς, γιατί αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της γαλλικής αλλά και ευρωπαϊκής πολιτικής ζωής.

Η Σιμόν Βέιλ, το γένος Jacob γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νίκαια το 1927. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, λόγω της εβραϊκής της καταγωγής, σε ηλικία 16 ετών συλλαμβάνεται από την Γκεστάπο και απελαύνεται μαζί με την μητέρα και τη μία αδερφή της στο Άουσβιτς και έπειτα στο Μπέργκεν-Μπέλσεν, όπου και η μητέρα της έχασε τη ζωή της λίγο πριν την απελευθέρωση του στρατοπέδου. Ο πατέρας και ο αδερφός της έχασαν επίσης τη ζωή τους σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Λιθουανία και η μεγαλύτερη αδερφή της, μέλος της γαλλικής αντίστασης, φυλακίστηκε αλλά επέζησε.

Με την επιστροφή της στη Γαλλία, αμέσως μετά την απόκτηση του απολυτηρίου της, άρχισε τις σπουδές της στην Νομική του Πανεπιστημίου Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού (Science Po), όπου και γνώρισε τον μελλοντικό της σύζυγο και πατέρα των τριών γιών της, Αντουάν Βέιλ. Μετά τις σπουδές της άσκησε για μερικά χρόνια τη δικηγορία ώσπου πέτυχε στις εθνικές εξετάσεις δικαστών το 1956. Στην πορεία, κατέλαβε ανώτατη θέση στην Εθνική Διοίκηση Σωφρονιστικών Υποθέσεων του Υπουργείου Δικαιοσύνης και ήταν υπεύθυνη για ζητήματα που αφορούσαν την διαβίωση και την ιατρική περίθαλψη των γυναικών στις φυλακές. Οχτώ χρόνια αργότερα παραιτήθηκε για να αναλάβει καθήκοντα διευθύντριας πολιτικών υποθέσεων, όπου πέτυχε σημαντική πρόοδο στις συνθήκες κράτησης των γυναικείων φυλακών, ενώ παράλληλα εξασφάλισε το δικαίωμα υιοθεσίας από τις γυναίκες και το δικαίωμα ελέγχου των οικογενειακών νομικών ζητημάτων και από τους δύο γονείς.

Το επίτευγμα όμως, για το οποίο έμεινε γνωστή στην ιστορία, ήταν η μάχη που έδωσε για την νομιμοποίηση της άμβλωσης. Το 1974 έγινε η δεύτερη γυναίκα Υπουργός της Γαλλίας και διετέλεσε υπουργός υγείας μέχρι το 1979. Από την πρώτη ακόμη χρονιά της άσκησης των καθηκόντων της, έγινε η δημοφιλέστερη πολιτική προσωπικότητα της Γαλλίας, χάρη στην δυναμική της προσωπικότητα και το εκσυγχρονιστικό της όραμα. Το 1974 διευκόλυνε την πρόσβαση στην αντισύλληψη και παράλληλα παρουσίασε στην ανδροκρατούμενη γαλλική εθνοσυνέλευση το νομοσχέδιο για την νομιμοποίηση των αμβλώσεων. Στις 17 Ιανουαρίου του 1975 κατάφερε μετά από τεράστιο αγώνα, αγνοώντας προσωπικές απειλές και αντισημιτικές ύβρεις, να καταστήσει νόμιμη την άμβλωση στην Γαλλία, με τον περίφημο «Νόμο Βέιλ», γεγονός που προκάλεσε τεράστια αναταραχή στην συντηρητική κοινωνία της εποχής.

Το 1979 παραιτήθηκε καθώς εξελέγη πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου και μάλιστα του πρώτου εκλεγμένου με άμεσες εκλογές. Στον κεντρικό άξονα του πολιτικού οράματος της Βέιλ βρισκόταν η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η συναδέλφωση των λαών. Στο βουλευτικό της αξίωμα παρέμεινε μέχρι το 1993 όταν και παραιτήθηκε για να υπηρετήσει ως Υπουργός Επικρατείας και Υπουργός Υγείας και κοινωνικών υποθέσεων ως και το 1995. Το 1998 διορίστηκε στο Συνταγματικό Συμβούλιο της Γαλλίας και το 2005 έλαβε μία σύντομη άδεια για να κάνει μία εκστρατεία υπέρ της «Συνθήκης για την θέσπιση ενός ενιαίου Συντάγματος για την Ευρώπη» ούσα σταθερή υπέρμαχος του ευρωπαϊκού σχεδίου, τονίζοντας ότι «η ιστορική διάσταση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν πρέπει να αγνοείται».

Ανάμεσα στις πολλές διακρίσεις και τα βραβεία που της απονεμήθηκαν, αξίζει να σημειωθεί η είσοδος της το 2008 στη λίστα με τους 40 «αθάνατους» της Γαλλικής Ακαδημίας, λαμβάνοντας την 13η θέση. Στο σπαθί που της δόθηκε, όπως και σε κάθε άλλο «αθάνατο», h Βέιλ ζήτησε να είναι χαραγμένο σε αυτό, το σύνθημα της Γαλλικής Δημοκρατίας (Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα), το σύνθημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ενωμένοι μέσα στην πολυμορφία) καθώς και ο αριθμός που είχε στο Άουσβιτς (αριθμός 78651), δηλαδή τα τρία αναπόσπαστα χαρακτηριστικά της ταυτότητάς της: «Γαλλίδα, Ευρωπαία και Εβραία».

Η Βέιλ πέθανε το καλοκαίρι του 2017 σε ηλικία 89 ετών στο σπίτι της στο Παρίσι και τάφηκε με δημοσία δαπάνη, όντας μόλις η πέμπτη γυναίκα (έναντι 76 ανδρών) που τιμάται με τον ενταφιασμό της στο Πάνθεον, στην νεκρόπολη των «μεγάλων ανδρών» της Γαλλίας. Στον επικήδειο που εκφώνησε ένας από τους γιούς της στην κηδεία της, μεταξύ άλλων, ανέφερε χαρακτηριστικά: «Σε συγχωρώ για τον κουβά νερό που άδειασες στο κεφάλι μου για αυτό το σχόλιο μου που θεώρησες μισογυνιστικό».

Η Σιμόν Βέιλ υπήρξε αδιαμφισβήτητα μία από τις σημαντικότερες μορφές της πολιτικής ζωής της Γαλλίας και πρωτοπόρος για την εποχή της. Χάρη στην ισχυρή της προσωπικότητα, τον μεταρρυθμιστικό της ζήλο, την κοινωνική της ευαισθησία και τις μάχες που έδωσε για τα δικαιώματα των γυναικών συνέβαλλε σημαντικά στον εκσυγχρονισμό της Γαλλίας αλλά και στη γυναικεία χειραφέτηση.