Η ιστορία του μαραθωνίου γυναικών δεν είναι τόσο παλιά όσο των ανδρών. Στην αρχή της σύγχρονης εποχής τα πράγματα δεν ήταν ευνοϊκά για τον γυναικείο αθλητισμό, πόσο μάλλον για τον αθλητισμό μεγάλων αποστάσεων.

 

Την ροή της ιστορίας άλλαξε η συμμετοχή της Κάθριν Σουίτζερ η πρώτη γυναίκα που έτρεξε στον μαραθώνιο της Βοστώνης το 1967. Μέχρι τότε απαγορεύονταν με άγραφο κανόνα η συμμετοχή γυναικών σε μαραθώνιο και η παρουσία της ήταν κάτι πρωτάκουστο για εκείνη την εποχή.

Με τον αγώνα της η Σουίτζερ, ήθελε να αποδείξει ότι οι άνθρωποι, αδιακρίτως φύλου και άλλων γνωρισμάτων, μπορούν να τρέξουν μαζί.Στόχος της ήταν να εμπνεύσει τις γυναίκες να αρχίσουν το τρέξιμο και να δείξει στους οργανωτές των Ολυμπιακών Αγώνων ότι οι δυνατότητες τους δεν είναι περιορισμένες.Έδειξε σε όλο τον κόσμο ότι το δικαίωμα συμμετοχής σε αγώνες μεγάλων αποστάσεων δεν αποτελούσε μόνο προνόμιο των ανδρών και ανάγκασε τους διοργανωτές να αλλάξουν τους κανονισμούς.

Ήταν 20 χρονών φοιτήτρια στον πανεπιστήμιο του «Syracuse» όταν αποφάσισε να τρέξει στον μαραθώνιο. Αγαπούσε το τρέξιμο και προπονούνταν καθημερινά καλύπτοντας μεγάλες αποστάσεις. Την έκανε να αισθάνεται ελεύθερη και δυνατή.Καθώς δεν υπήρχε ομάδα γυναικών έκανε προπονήσεις με την ομάδα «cross-country» των ανδρών και εκεί γνώρισε τον προπονητή της Άρνι Μπριγκς. Ο βετεράνος μαραθωνοδρόμος είχε συμμετάσχει 15 φορές στον συγκεκριμένο μαραθώνιο και πολλές φορές εξιστορούσε τις εμπειρίες του στη νεαρή αθλήτρια.

Ένα βράδυ η Σουίτζερ είπε στον Μπριγκς: «Ας σταματήσουμε να μιλάμε για τον μαραθώνιο στη Βοστώνη και ας τρέξουμε σε αυτόν». Η πρώτη απάντηση από τον προπονητή της ήταν αρνητική: «Καμία γυναίκα δεν έχει τρέξει σε αυτόν τον μαραθώνιο». «Γιατί όχι. Τρέχω κάθε βράδυ 10 μίλια», απάντησε, πείθοντας τελικά τον Μπριγκς.Διάβασαν προσεκτικά τους κανονισμούς και διαπίστωσαν ότι δεν αναγράφονταν κάτι σε αυτούς που να αφορούσε το φύλο των αθλητών. Τρεις εβδομάδες πριν τον αγώνα ξεκίνησαν προπονήσεις σε εξαντλητικούς ρυθμούς, ώστε η Σουίτζερ να αγωνιστεί όσο το δυνατόν καλύτερα προετοιμασμένη.Πλήρωσε τα τρία δολάρια της εγγραφής, υπέγραψε τα έγγραφα ως «Κ.V. Switzer» και πήρε τον αριθμό 261. Ήταν μεγάλη η επιθυμία της να συμμετάσχει στον πρώτο μαραθώνιο της ζωής της.

Πριν τον αγώνα μίλησε με τους γονείς της στο τηλέφωνο οι οποίοι την προέτρεψαν να κάνει την επιθυμία της πράξη: «Mπορείς να το κάνεις. Είσαι δυνατή, γυμνασμένη και θα τα πας περίφημα», ήταν τα λόγια του πατέρα της.Στις 19 Απριλίου 1967 η Σουίτζερ ήταν στην γραμμή εκκίνησης μαζί με τους υπόλοιπους αθλητές. Τα πρώτα λεπτά ήταν διασκεδαστικά γι’ αυτήν. Λίγο αργότερα ένας από τους κριτές την αντιλήφθηκε και προσπάθησε να την απομακρύνει βιαίως από τους υπόλοιπους.»Βγες τώρα από τον αγώνα μου και δώσε μου το αναθεματισμένο σου νούμερο», ήταν τα σκληρά λόγια του κριτή Τζοκ Σεμπλ. Ο φίλος της Τομ Μίλερ, αθλητής της σφυροβολίας που έτρεχε μαζί της, απώθησε τον Σεμπλ, επίσης με βίαιο τρόπο.Ο Μπριγκς φώναξε στον Σεμπλ: «Ας την κοπέλα να τρέξει κανονικά. Είναι η αθλήτρια μου». Ο Σεμπλ επέμενε και τότε ο Μίλερ, τον γρονθοκόπησε και τον ξάπλωσε στο έδαφος. Η Σουίτζερ νόμισε ότι ο Σεμπλ έπεσε νεκρός αλλά προς μεγάλη της ανακούφιση τον είδε ζωντανό λίγο πριν τον τερματισμό να την απειλεί: «Kοπέλα μου έχεις βρει πραγματικό μπελά, να το ξέρεις».

Είχε προπονηθεί σκληρά και δεν ήθελε τίποτα να της χαλάσει αυτή την στιγμή που τόσο πολύ περίμενε στην ζωή της. Έπρεπε να τερματίσει και να δείξει στον κόσμο ότι οι γυναίκες μπορούν να τρέξουν όπως οι άντρες μεγάλες αποστάσεις. Αν δεν το κατάφερνε τότε όλοι θα νόμιζαν ότι το έκανε για δημοσιότητα. Δεν την ένοιαζε ο χρόνος παρά μόνο ο τερματισμός.Όταν ολοκλήρωσε τον αγώνα της μετά από 4 ώρες και 20 λεπτά τα νέα για το κατόρθωμα της έκαναν τον γύρο του κόσμου.

 

Οι γυναίκες μπορούσαν να τρέξουν μεγάλες αποστάσεις. Απλά μέχρι εκείνη την στιγμή δεν τους είχε δοθεί η ευκαιρία να το αποδείξουν. Η ζωή της Σουίτζερ μόλις είχε αλλάξει και μαζί με την δική της και πολλών άλλων αθλητριών.

Οι βραδινές εφημερίδες αγνόησαν τους νικητές του μαραθωνίου και εστίασαν μόνο στο σκάνδαλο της Σουίτζερ, η οποία εκτός από τα παράπονα των διοργανωτών, είχε να αντιμετωπίσει και τη γκρίνια του φίλου της και επαγγελματία αθλητή, Τομ Μίλερ, που φοβόταν ότι η σύγκρουση με τον Σεμπλ θα έκανε κακό στην καριέρα του. Ωστόσο, με την επιστροφή της στο κολέγιο αποθεώθηκε και το θέμα της επίσημης συμμετοχής γυναικών στο μαραθώνιο της Βοστώνης μπήκε στην ατζέντα. Μετά από συνεχείς πιέσεις οι διοργανωτές άνοιξαν τις πύλες επισήμως στις γυναίκες το 1972.

Δύο χρόνια αργότερα νίκησε στο μαραθώνιο της Νέας Υόρκης και έλαβε ξανά μέρος στο μαραθώνιο της Βοστώνης το 1975 κάνοντας ατομικό ρεκόρ. Ψηφίστηκε ως η καλύτερη δρομέας μεγάλων αποστάσεων για τη δεκαετία 1967-1977. Το 2010 έτρεξε και στον μαραθώνιο της Αθήνας σε ηλικία 63 ετών!

 

Ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και τη συγγραφή. Έχει τιμηθεί με το βραβείο ΕΜΜΥ για τα τηλεοπτικά της ρεπορτάζ, ενώ και το βιβλίο της «Marathon Woman» τιμήθηκε με βραβείο. Αρθρογραφεί στις μεγαλύτερες εφημερίδες των ΗΠΑ και καλύπτει δημοσιογραφικά κάθε χρόνο τον μαραθώνιο της Βοστώνης.

Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή αποφάσισε το 1981 την ένταξη του αθλήματος στους Ολυμπιακούς Αγώνες και τρία χρόνια μετά η Σουίτζερ περιέγραφε σε τηλεοπτικό σταθμό τη νίκη της συμπατριώτισσας της Τζόαν Μπενόιτ, στον πρώτο ολυμπιακό μαραθώνιο των Γυναικών το 1984 στο Λος Αντζελες.