||Coco Chanel: η γυναίκα που άλλαξε την ιστορία του ενδύματος τον 20ο αιώνα.

Coco Chanel: η γυναίκα που άλλαξε την ιστορία του ενδύματος τον 20ο αιώνα.

Κατόρθωσε να εγκαθιδρύσει τον εαυτό της ως το σημαντικότερο και το μοναδικό, ίσως, ρυθμιστή της μόδας του 20ου αιώνα. Το όνομα της είναι άμεσα συνδεδεμένο με τη λέξη κομψότητα, με τον ορισμό του “chic”.

Μια γυναίκα μπροστά από την εποχή της, η οποία αν και δεν προσδιόριζε ποτέ τον εαυτό της ως φεμινίστρια, με τη δουλειά της συνετέλεσε στην απελευθέρωση των γυναικών. Σίγουρα, δε θα μπορούσε να είναι άλλη από την Κοκό Σανέλ. Τη γυναίκα που αν και έχει φύγει από την ζωή εδώ και 45 χρόνια, με το στυλ που έδωσε μέσα από τις δημιουργίες της, η φιλοσοφία της για τη μόδα και για τη ζωή παραμένουν διαχρονικές αξίες.

Η Γκαμπριέλ Σανέλ – γνωστή ως Κοκό Σανέλ- γεννήθηκε στις 19 Αυγούστου του 1883. Ήταν ορφανή από μητέρα και μεγάλωσε χωρίς πατέρα- αφού οι γονείς της δεν είχαν παντρευτεί.

Τo ψευδώνυμο “Koκό” σύμφωνα με τους βιογράφους της, μπορεί να προέρχεται από τα δημοφιλή τραγούδια εκείνης της εποχής «Ko Ko Ri Ko» και «Qui qu’a vu Coco» ή ακόμα και από τη λέξη cocotte (κοκότα). Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, που κυκλοφορούσε την εποχή της μεγάλης της δόξας στα παρισινά σαλόνια, η Σανέλ αποκλήθηκε Κοκό, επειδή διοργάνωσε τα καλύτερα πάρτι στο Παρίσι, όπου προσφερόταν άφθονη κοκαΐνη. Ή ίδια ήταν γνωστό ότι ήταν εθισμένη στις ναρκωτικές ουσίες και παρέμεινε ως το τέλος της ζωής της χρήστης μορφίνης.

Μεγάλωσε σε ένα γαλλικό ορφανοτροφείο αντιμετωπίζοντας δύσκολα παιδικά χρόνια. Ένα μικρό κορίτσι, το οποίο -μαζί με την αδερφή του -το εγκαταλείπουν σ’ ένα ορφανοτροφείο της κεντρικής Γαλλίας και περιμένει μάταια, κάθε Κυριακή, τον πατέρα του να έρθει να το δει.

Το 1906 σ’ ένα κλαμπ, όπου εμφανιζόταν, γνώρισε τον Ετιέν Μπαλσάν, πρώην αξιωματικό του ιππικού και γόνο πλούσιας οικογένειας υφαντουργών, με τον οποίο πέρασε τρία χρόνια πλούσιας ζωής.

Το 1909 δημιούργησε σχέση με τον φίλο του Μπαλσάν, τον άγγλο λοχαγό Μπόι Κέιπελ, επίλεκτο μέλος της αγγλικής υψηλής κοινωνίας, ο οποίος χρηματοδότησε και τα πρώτα της σχέδια στον κόσμο της μόδας.

Η σταδιοδρομία της Σανέλ στον κόσμο της μόδας ξεκίνησε το 1913, όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει το τραγούδι, στο οποίο, όπως διαπίστωσε κι η ίδια, δεν είχε καμία τύχη.

Άνοιξε ένα μικρό κατάστημα στη Ντοβίλ, στο οποίο πουλούσε καπέλα που έφτιαχνε η ίδια. Σύντομα άρχισε να σχεδιάζει πουλόβερ, φούστες και διάφορα αξεσουάρ και να χρησιμοποιεί το ζέρσεϊ.

Το 1914 άνοιξε το πρώτο της κατάστημα στο Παρίσι και το 1916 ίδρυσε τον οίκο υψηλής ραπτικής «Chanel». Μέσα σε πέντε χρόνια είχε επιβληθεί, προκαλώντας επανάσταση στο γυναικείο ντύσιμο, με ένα απλό και άνετο στυλ.

Περίπου 11 χρόνια μετά κατάφερε να δημιουργήσει μια σειρά επιτυχημένων μπουτίκ στο Παρίσι, έμενε σε μια βίλα στη Νότια Γαλλία και οδηγούσε μια δική της μπλε Rolls Royce.

Η απλότητα και η άνεση των ρούχων της τονίζονταν από τα ασυνήθιστα τότε φαντεζί ψεύτικα κοσμήματα. Η ίδια στον λαιμό φορούσε τουλάχιστον δύο σειρές πέρλες, αλλά ανάμεσά τους υπήρχε συνήθως μια μεταξωτή λευκή κορδέλα, στην άκρη της οποίας κρεμόταν ένα ψαλίδι. Η συνέχεια του χεριού της ήταν πάντα ένα τσιγάρο. Από τα στενά καπέλα της ξεχώριζαν το σικ καρέ κούρεμα και τα μαργαριτάρια στα αυτιά. Ήταν αφόρητα προληπτική και γύρω της στοίβαζε διαρκώς γλυπτά από διαφορετικά ζώα και θρησκευτικά αντικείμενα για να νιώθει προστατευμένη ανά πάσα στιγμή. Είχε πνεύμα συναρπαστικό και μάτια που έβγαζαν φωτιές. Μυγιάγγιχτη, δουλευταρού, ευέξαπτη και ελάχιστα υπομονετική.

Επέβαλε τα μάλλινα ρούχα, το φόρεμα – σεμιζιέ, το απλό μαύρο φόρεμα, την κοντή πλισέ φούστα, το πανταλόνι για πρωινή και βραδινή εμφάνιση. Το 1926 σχεδίασε το πρώτο της ταγιέρ, ενώ από το 1922 είχε συνδυάσει τις δημιουργίες της με το άρωμα «No.5».

Η Μέριλιν Μονρόε έλεγε σε συνεντεύξεις της ότι για να κοιμηθεί φοράει λίγες σταγόνες από το άρωμα «Chanel No.5». Η Κοκό Σανέλ δημιούργησε το 1921 ένα άρωμα που έφερε την επανάσταση στα μέχρι τότε λουλουδάτα αρώματα που ήταν η μόδα της εποχής και άλλαξε ουσιαστικά τον τρόπο που μύριζαν οι γυναίκες.

Εκείνη την περίοδο ήθελε να δημιουργήσει ένα άρωμα που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει τη σύγχρονη γυναίκα, την οποία ενσάρκωνε η ίδια.

Θέλησε να δημιουργήσει ένα άρωμα με φρέσκια και καθαρή μυρωδιά. Η ίδια ήταν σχολαστικά καθαρή και αργότερα, όταν εργάστηκε με τις ερωμένες των πλουσίων παραπονέθηκε για τον τρόπο που μύριζαν.

Όταν αποφάσισε να δημιουργήσει ένα άρωμα σε περιορισμένη έκδοση για να το προσφέρει ως χριστουγεννιάτικο δώρο στους καλύτερους πελάτες της ήταν σημαντικό να αποπνέει άρωμα φρεσκάδας. Αλλά είχε πρόβλημα να βρει έναν αρωματοποιό ο οποίος θα μπορούσε να το επιτύχει. Εκείνη την εποχή, ο μόνος τρόπος να δημιουργηθούν φρέσκα αρώματα ήταν με την χρήση εσπεριδοειδών, όπως λεμόνι, περγαμόντο και πορτοκάλι.

Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι αυτά δεν διαρκούσαν για πολύ πάνω στο δέρμα. Κάποιες χημικές ουσίες που ονομάζονται αλδεΰδες θα μπορούσαν να δημιουργούν τεχνητά αυτή την μυρωδιά, αλλά ήταν εξαιρετικά ισχυρές, έτσι ώστε οι αρωματοποιοί δίσταζαν να τις χρησιμοποιήσουν.

Το καλοκαίρι του 1920 η Σανέλ πήγε για διακοπές στην Κυανή Ακτή με τον σύντροφό της, τον Μεγάλο Δούκα, Ντιμίτρι Πάβλοβιτς. Ο Πάβλοβιτς τη σύστησε σε έναν εκλεπτυσμένο αρωματοποιό που ονομαζόταν Ερνέστο Μπο, ο οποίος είχε εργαστεί για τη ρωσική βασιλική οικογένεια και ζούσε κοντά στο Γρας, το κέντρο της βιομηχανίας των αρωμάτων. Ο Μπο ήταν ένας περίεργος και τολμηρός τεχνίτης και ανέλαβε την πρόκληση της Σανέλ.

Χρειάστηκαν αρκετοί μήνες για να τελειοποιήσει το νέο άρωμα, αλλά τελικά τα κατάφερε. Έφτιαξε δέκα δείγματα, καθένα από τα οποία είχε έναν αριθμό και τα παρουσίασε στη Γαλλίδα σχεδιάστρια. Εκείνη επέλεξε το νούμερο πέντε λέγοντας: «Όπως κάθε χρόνο παρουσιάζω τις κολεξιόν μου την πέμπτη μέρα του πέμπτου μήνα του έτους, έτσι κι αυτό το άρωμα θα κρατήσει ως όνομα τον αριθμό πέντε. Νομίζω πως θα του φέρει γούρι». Το πέντε ήταν ο αγαπημένος αριθμός της Σανέλ, καθώς στο μυαλό της είχε σχεδόν μυστικιστική σημασία.

Ο αρωματοποιός Έρνεστ Μπο έχει εκμυστηρευτεί ότι το άρωμα γεννήθηκε μέσα από τον πόνο και το αίσθημα της απώλειας που ένιωσε η Κοκό Σανέλ μετά τον θάνατο του μεγάλου της έρωτα το 1919, του Άγγλου επιχειρηματία και παίκτη του πόλο, Άρθουρ Κάπελ.

Η Κοκό κάλεσε τον δημιουργό του αρώματος και τους φίλους σε ένα αριστοκρατικό εστιατόριο στη Ριβιέρα για να γιορτάσουν την κυκλοφορία του νέου αρώματος και αποφάσισε να ψεκάσει το άρωμα γύρω από το τραπέζι. Κάθε γυναίκα που περνούσε σταματούσε και ρώτησε τι άρωμα ήταν αυτό. Ήταν πρώτη φορά που κάποιος μύρισε το άρωμα σε δημόσιο χώρο.

Την περίοδο του Μεσοπολέμου, ο Οίκος της ήταν από τους μεγαλύτερους στο Παρίσι, με κύκλο εργασιών 120 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων της εποχής και οι επιχειρήσεις της (οίκος μόδας, εργοστάσιο υφασμάτων, εργαστήρια παραγωγής αρωμάτων και κοσμημάτων) απασχολούσαν 3.500 άτομα.

Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Σανέλ σκέφτηκε έναν τρόπο για να διαφημίσει το άρωμα ακόμα περισσότερο, ανακοινώνοντας πως κάθε Αμερικανός στρατιώτης που βρισκόταν στο Παρίσι, θα μπορούσε να προμηθευτεί δωρεάν ένα μπουκαλάκι με το ποθητό άρωμα για να το κάνει δώρο στη σύντροφό του με την επιστροφή στην πατρίδα. Ατέλειωτες ουρές Αμερικανών περίμεναν υπομονετικά για ώρες προκειμένου να εξασφαλίσουν το πολύτιμο δώρο.

Το 1938 αποσύρθηκε και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στη Γαλλία έκλεισε τις επιχειρήσεις και άφησε στο δρόμο χιλιάδες εργαζομένους. Κατηγορήθηκε για σχέσεις με τους Ναζί, αλλά η εις βάρος της δικαστική έρευνα δεν προχώρησε μετά το τέλος του πολέμου. Πάντως, ήταν γνωστή η ερωτική της σχέση με τον στρατηγό των Ες-Ες Βάλτερ Σέλενμπεργκ.

Το 1954 επανήλθε στο προσκήνιο της υψηλής ραπτικής, όταν παρουσίασε ολοκληρωμένο το κλασικό «ταγιέρ Σανέλ», με την κομψή, άνετη φούστα και τη χαρακτηριστική ζακέτα χωρίς πέτα, φινιρισμένη με σιρίτια.
Η λίστα με τα επιτεύγματά της, ατελείωτη: έκοψε τους γιακάδες από τα σακάκια, στένεψε τις φούστες και ανέβασε τόσο τις καρφίτσες, που να φαίνεται ο αστράγαλος, έλυσε τους κορσέδες, κήρυξε επανάσταση δημιουργώντας το «μικρό μαύρο φόρεμα», αποθέωσε τη μονοχρωμία, πήρε τις γυναίκες απ’ το χέρι και τους φώναξε ότι είναι πια ελεύθερες να μαυρίζουν, να έχουν κοντά μαλλιά, να φορούν μαρινιέρες, παντελόνια καμπάνες, εσπαντρίγιες και πλεκτές ζακέτες, να αφήνουν το ζέρσεϊ ύφασμα να χαϊδεύει το σώμα τους, να κάνουν πλάκα μπλέκοντας τα ακριβά κοσμήματα με faux bijoux, να ντύνονται στην πόλη με ρούχα που τις έκαναν να μοιάζουν ότι μόλις επέστρεψαν από μια χαλαρή εκδρομή, να επιλέγουν ότι υπογράμμιζε τη νεανικότητα, την ευκολία και την απελευθερωμένη αυτοπεποίθησή τους!

Η Κοκό Σανέλ πέθανε στο Παρίσι στις 10 Ιανουαρίου 1971, σε ηλικία 87 ετών. Ο Οίκος της εξακολούθησε να λειτουργεί και μετά το θάνατό της, παραμένοντας πιστός στην παράδοση του «στυλ Σανέλ».

Το 1977 δημιουργήθηκε η πρώτη συλλογή σινιέ έτοιμων ενδυμάτων, με προορισμό την αγορά των ΗΠΑ. Τον επόμενο χρόνο άνοιξε το πρώτο κατάστημα ετοίμων ενδυμάτων στο Παρίσι και τα επόμενα χρόνια σε πολλές χώρες του κόσμου.

 

2017-11-06T23:38:29+00:0005/11/2017|Categories: Women's Success Stories|