Αρκετές φορές στην ζωή μου έχω πιάσει τον εαυτό μου να σκέφτεται πόσο τυχερή είμαι που γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια χώρα η οποία την εν λόγω χρονική περίοδο είχε το προνόμιο να μην εμπλακεί σε κάποια εμπόλεμη σύρραξη. Ναι μεν τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα είναι σαν ψαλίδια που κόβουν πολλές φορές τα φτερά των νέων, συντρίβουν τα όνειρά τους και οδηγούν σε αδιέξοδο χιλιάδες ανθρώπους, σε καμία περίπτωση ωστόσο δεν μπορούν να συγκριθούν με τον πόλεμο που είχαν την ατυχία να ζήσουν οι προηγούμενες γενιές και κυρίως οι γενιές του 1920 και 1930. Πόσο δύσκολη και τρομακτική πρέπει να ήταν η ζωή ενός παιδιού τα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ειδικά αν αυτό προερχόταν από κάποια μειονότητα την οποία είχαν στοχοποιήσει οι Ναζί. Η καθημερινότητά του σημαδεμένη από τον διαρκή φόβο και την πάλη για την επιβίωση και την ίδια στιγμή αναμεμειγμένη με τις σκέψεις και τις αγωνίες της νεανικής ηλικίας, με εκείνα τα επίμονα ερωτηματικά που όλοι στην εφηβεία μας έχουμε αντιμετωπίσει και προσπαθήσαμε να απαντήσουμε.

Ένα τέτοιο παιδί ήταν η Άννα Φρανκ, μία μικρή Εβραιοπούλα, γεννημένη στη Γερμανία το 1929. Ζούσε στην Φρανκφούρτη με την αδερφή και τους γονείς της ώσπου στην ηλικία των 4 ετών αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στην Ολλανδία καθώς οι Ναζί κατέλαβαν τον έλεγχο της Γερμανίας. Ο πατέρας, Όττο Φρανκ, κατάφερε να ανοίξει την δική του επιχείρηση στο Άμστερνταμ με τα κορίτσια να πηγαίνουν κανονικά στο σχολείο. Η Άννα από μικρή είχε κλίση στα γράμματα, τη γλώσσα, σε αντίθεση με την αδερφή της που ήταν καλύτερη στις θετικές επιστήμες. Μετά την εισβολή των Γερμανών στην Ολλανδία, τα πράγματα δυσκόλεψαν για την οικογένεια καθώς οι Ναζί επέβαλαν πολιτικές διαχωρισμού σε βάρος των Εβραίων. Ο πατέρας αναγκάστηκε να μεταβιβάσει την επιχείρηση σε έναν φίλο του προκειμένου να μην κλείσει ενώ τα κορίτσια μπορούσαν να πηγαίνουν μόνο σε Εβραϊκό σχολείο.

Τον Ιούνιο του 1942 η Άννα έλαβε από τον πατέρα της ένα σημειωματάριο που του είχε δείξει πριν μερικές μέρες ως δώρο για τα γενέθλιά της. Αυτό το σημειωματάριο θα έμενε στην ιστορία ως «Το ημερολόγιο της Άννα Φρανκ», ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα και μεταφρασμένα βιβλία έως σήμερα. Η 13χρονη Άννα ξεκίνησε να περιγράφει σε αυτό την καθημερινότητά της, να καταγράφει τις σκέψεις και τις αγωνίες της, τις προστριβές που είχε κυρίως με την μητέρα και την αδερφή της, τη σχέση στοργής με τον πατέρα της και όλους τους περιορισμούς που είχαν επιβληθεί στους Εβραίους. Είναι εντυπωσιακό το πόσο γλαφυρά ένα μικρό κορίτσι περιγράφει τον κόσμο γύρω της, καταθέτει τις σκέψεις της και στοχάζεται.

Ο κλοιός για την οικογένεια σταδιακά στενεύει. Ο Όττο Φρανκ σε μια προσπάθεια να γλιτώσει την οικογένειά του ζητά άσυλο από τις ΗΠΑ οι οποίες όμως αρνούνται να του το χορηγήσουν με τον φόβο ότι οι Φρανκ θα μπορούσαν να γίνουν κατάσκοποι επί αμερικανικού εδάφους για λογαριασμό των Ναζί. Στην οικογένεια δεν έμενε άλλη λύση από το να κρυφτεί σε κάποιο ασφαλές μέρος. Έτσι και έγινε το καλοκαίρι του 1942 όταν και η οικογένεια μετακόμισε σε έναν χώρο δίπλα από την επιχείρηση του Όττο Φρανκ, την είσοδο του οποίου κάλυπτε μια βιβλιοθήκη για μέγιστη ασφάλεια. Μοναδικοί βοηθοί και σύνδεσμός τους με τον έξω κόσμο ήταν ορισμένοι έμπιστοι υπάλληλοι στους οποίους η οικογένεια παρέδωσε και ορισμένα προσωπικά αντικείμενα. Όχι όμως και το ημερολόγιο. Αυτό συνέχισε να το γράφει η Άννα και εντός της κρυψώνας της για τα 2 περίπου χρόνια που έμεινε σε αυτήν. Σκέψεις για τον πόλεμο αλλά και τη δύσκολη συμβίωση υπό αυτές τις συνθήκες (στον ίδιο χώρο μεταφέρθηκε και άλλη μια οικογένεια και ένας οικογενειακός φίλος) αποτυπώθηκαν σε εκείνο το τετράδιο το οποίο και χωρίστηκε από τον κάτοχό του στις 4 Αυγούστου 1944 όταν η γερμανική αστυνομία εισέβαλε στον χώρο. Η οικογένεια Φρανκ μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς. Ο Όττο Φρανκ χωρίστηκε από την γυναίκα και τις κόρες του. Αργότερα και η μητέρα χωρίστηκε από τις κόρες της οι οποίες μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο Μπέργκεν-Μπέλσεν. Λίγο καιρό μετά τη μεταφορά τους η μητέρα των κοριτσιών απεβίωσε στο Άουσβιτς. Με τις συνθήκες διαβίωσης να είναι κάτι παραπάνω από τραγικές οι δύο αδερφές απεβίωσαν το πιθανότερο από τύφο τον Φεβρουάριο του 1945. Μοναδικός επιζών ο Όττο Φρανκ ο οποίος επέστρεψε στο Άμστερνταμ με την ελπίδα της επανένωσης της οικογένειάς του, σύντομα όμως πληροφορήθηκε ότι είχε απομείνει μόνος. Η Άννα και η αδερφής της Μάργκο τάφηκαν σε ομαδικό τάφο, σε άγνωστη τοποθεσία στο στρατόπεδο Μπέργκεν-Μπέλσεν το οποίο και έκαψαν ολοσχερώς με σκοπό να αποτραπεί η εξάπλωση επιδημίας.

Όταν επέστρεψε στην Ολλανδία ο Όττο Φρανκ, του παραδόθηκαν τα χειρόγραφα της Άννας τα οποία και είχε μαζέψει μία από τους πιστούς υπαλλήλους της οικογένειας μετά την σύλληψη των μελών της. Εντυπωσιασμένος και συγκινημένος ο Όττο από το ημερολόγιο της κόρης του, αποφάσισε να το εκδώσει. Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή σε όλους: τεράστια αναγνωρισιμότητα, αλλεπάλληλες εκδόσεις και μεταφράσεις, η Άννα Φρανκ έγινε ένα σύμβολο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Τι θα είχε συμβεί άραγε αν είχε καταφέρει η οικογένεια Φρανκ να λάβει άσυλο για τις ΗΠΑ; Μπορεί η Άννα να ζούσε ως σήμερα, να ήταν μια διάσημη δημοσιογράφος όπως ονειρευόταν, να είχε κερδίσει το Νόμπελ Λογοτεχνίας, να είχε αλλάξει με τη μακρόχρονη συμβολή της την πορεία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Μπορεί και απλώς να ζούσε και να εργαζόταν ήσυχα σε κάποιο μέρος του κόσμου έχοντας γλιτώσει από την φρίκη του πολέμου. Ή αν δεν είχε γεννηθεί Εβραία αλλά Χριστιανή, σε κάποιο ασφαλές μέρος. Τι κρίμα που δεν θα μάθουμε ποτέ, γιατί η Άννα δυστυχώς είχε την ατυχία να γεννηθεί στο λάθος μέρος, τη λάθος στιγμή και να είναι οπαδός μια θρησκείας που στοχοποιήθηκε όσο καμία άλλη τους τελευταίους 2 αιώνες.

Σαν τον πιο κατάλληλο επίλογο παραθέτω εδώ ορισμένες σκέψεις της – μαθήματα δύναμης και κουράγιου: «είναι πραγματικά θαύμα που δεν έχουν εκπέσει όλα τα ιδανικά μου, μιας και μοιάζουν τόσο ανέφικτα και αδύνατον να πραγματοποιηθούν. Ωστόσο, μπορώ να τα διατηρώ, γιατί παρ’ όλα αυτά, εξακολουθώ να πιστεύω ότι οι άνθρωποι έχουν καλή καρδιά. Δεν σκέφτομαι τη δυστυχία, αλλά τα όμορφα πράγματα που παραμένουν γύρω μου. Όσο υπάρχει το φως του ήλιου και ο αίθριος ουρανός, και όσο μπορώ να τα απολαύσω, πώς μπορώ να είμαι λυπημένη;»